Έτυχε να περπατώ, πριν από λίγες μέρες, στους δρόμους μικρής ευρωπαϊκής πόλης , επαρχιακής. Έτυχε να είναι στο Βέλγιο, θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε αλλού στην ευρωπαϊκή Δύση. Κάθε λίγα μέτρα είχα την αίσθηση -μου την έδινε το οικιστικό περιβάλλον- ότι βρισκόμουν σε πλήρη 18ο ή και 17ο αιώνα. Σκεφτόμουν -και ζήλεψα- τους κατοίκους αυτής της πόλης που μεγαλώνουν και ζουν με αίσθηση (συνειδητή ή ανεπίγνωστη: αδιάφορο) καταγωγής και συνέχειας.
Καταλάβαινα, για μια ακόμη φορά, την τραγωδία του οικιστικού ισοπεδωτισμού στη δική μου πατρίδα. Οι πόλεις στην Ελλάδα σήμερα -όλες, με μοναδική (ίσως) εξαίρεση το Ναύπλιο- μεταγγίζουν την αίσθηση αναπηρίας ανήκεστης: Οι Νεοέλληνες είμαστε λαός δίχως καταγωγή και δίχως παρελθόν, λαός που έρχεται από το πουθενά. Το περιβάλλον που μας καθορίζει είναι η συγκαιρινή πολυκατοικία, το σταθμευμένο ιδιωτικό αυτοκίνητο (πνιγμός), ο σκουπιδοντενεκές ξεχειλισμένος.
Και μη μου αντιτάξετε το γλειφιτζούρι για αρχαιοελληνικά μνημεία και ερείπια. Με αερογέφυρες πάνω από είκοσι πέντε αιώνες δεν λειτουργεί αίσθηση καταγωγής και συνέχειας, μόνο ψυχαναγκαστικά ιδεολογήματα φαμπρικάρονται. Η Αρχαία Ελλάδα και τα ερείπια των μνημείων της μέσα στις πόλεις μας είναι τόσο «δικά μας» των Νεοελλήνων όσο και του οποιουδήποτε απαίδευτου τουρίστα που τα φωτογραφίζει σήμερα σαν «ενθύμιο». Δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον τρόπο της ζωή μας και με το «νόημα» που της δίνουμε, επομένως καμία σχέση με καταγωγή και συνέχεια δική μας των σημερινών ελληνεπώνυμων.
Η καταγωγή, το παρελθόν, η συνέχεια μόνο ένσαρκο βιωματικό δεδομένο μπορούν να είναι, όχι συναισθηματικές παρόλες και ψυχολογική αυθυποβολή. Καθημερινό οικιστικό περιβάλλον, που να παραπέμπει στο σπίτι του παππού, του προπάππου, των προγόνων μέχρι και δύο αιώνες πριν – σε αισθητές παραστάσεις και προσλαμβάνουσες σταθερές μέσα στην ίδια πόλη. Αλλά στη νεώτερη Ελλάδα ό,τι ήταν παρελθόν θεωρήθηκε ντροπή, καθυστέρηση, συντήρηση, έπρεπε να εξαλειφθεί οπωσδήποτε, να στηθεί στη θέση του το «μοδέρνο»: μπετόν και φερ-φορζέ. Οι πόλεις του ελλαδικού κράτους σήμερα έχουν καταγωγή και ιστορία τόση όση και οι πόλεις της ευρωπαϊκής μετανάστευσης σε άλλες ηπείρους ή οι τριτοκοσμικές πόλεις που απομιμήθηκαν την ευρωπαϊκή οικιστική νεωτερικότητα.
Σίγουρα υπάρχει και στη μητροπολιτική Ευρώπη η νεωτερική πολυκατοικία, απρόσωπη συχνά ή αισθητικά απεχθής, αλλά δεν κατάργησε τη συνέχεια της πολεοδομικής ιδιαιτερότητας, δεν εξαφάνισε την αρχιτεκτονική παράδοση. Στην Ελλάδα η πολυκατοικία ταυτίστηκε με το εφεύρημα της «αντιπαροχής: τη λιμασμένη υστερία για εύκολο πλουτισμό από την εμπορία της γης. Και η αντιπαροχή αφάνισε κάθε αίσθηση καταγωγής συνέχειας, εξομοίωσε ισοπεδωτικά το οικιστικό περιβάλλον, κατάργησε κάθε διαφορά και ιδιοπροσωπία των πόλεων. Αδύνατον σήμερα πια να ξεχωρίσει κανείς αν βρίσκεται στι Σέρρες ή στη Σπάρτη, στην Κόρινθο ή στην Κοζάνη, στο Ηράκλειο ή στη Λάρισα. Παντού το οικιστικό περιβάλλον αδυσώπητα καθορισμένο ούτε καν από το μεταπρατικό μοντέλο της πρωτεύουσας, αλλά μόνο από το υπόδειγμα της πλουτοφόρας άναρχης δόμησης των παρυφών της.
Χιλιοειπωμένες πιστοποιήσεις. Και μη γελιόμαστε, η καταστροφή δεν είναι απλώς αισθητική, δραματικὀτερη συνέπεια είναι η ανεστιότητα του Νεοέλληνα, η μετέωρη στο κενό της εθνικιστικής φλυαρίας ιστορική του ύπαρξη και ευαισθησία. Ερχεται από το πουθενά, συνηθίζει το τίποτα, όλα στη ζωή του είναι ευκαιριακά: τύχη, λοβιτούρα, αρπαχτή. Γι’ αυτό και πρώτιστο (πάντοτε άλυτο) πολιτικό μας πρόβλημα είναι η «διαπλοκή». Ακούν οι εταίροι της Ε.Ε. τις απαιτήσεις μας για νόμο «περί βασικού μετόχου» και δεν καταλαβαίνουν τι ζητάμε. Εμφανιζόμαστε οργανωμένη τάχατες πολιτεία, και στην πραγματικότητα παραμένουμε ορδές ή αγέλες, όπως έλεγε ο Ροΐδης, που εναλλάσσονται στην καταλήστευση του δημόσιου χρήματος.
Θα μπορούσε ίσως να δεσμεύεται ο Νεοέλληνας ή να αναστέλλεται στον αδίστακτο αμοραλισμό του, αν έσωζε επίγνωση κάποιας καταγωγής και συνέχειας, αν έβλεπε γύρω του τα αισθητά δεδομένα της ζωής του να έχουν καταγωγή και συνέχεια. Θα μπορούσε να κομίζει συνείδηση κοινω-νικής υποχρέωσης ή και αρχοντιάς, αν σωζόταν το σπίτι του παππού ή προπάππου του και είχε μάθει να εκτιμάει την ανυπέρβλητη αισθητική και σοφία του λαϊκού χτίσματος – να καυχάται για τους πραγματικούς (όχι τους ιδεολογικά κατασκευασμένους) προγόνους του.
Μόνο στο Αγιονόρος και σε κάποιες μεριές της Ινσταμπούλ, επισκέπτης περαστικός ο Νεοέλληνας, μπορεί να έχει ένα κάποιο ρίγος επίγνωσης από πού έρχεται και τι του δίνει πραγματική (όχι ιδεολογικά κατασκευασμένη) ταυτότητα. Την ίδια βιωματική εμπειρία μπορεί ίσως να έχει μπαίνοντας και σε κάποιο από τα αναρίθμητα μεταβυζαντινά εκκλησάκια που παραμένουν διάσπαρτα στις δήθεν «πόλεις» μας. Επισκέπης περαστικός και εκεί, γιατί οι εν χρήσει ενοριακοί ναοί είναι συνήθως προσκλήσεις αρχιτεκτονικού κιτσαριού ανατριχιαστικότερου και από τη μοδέρνα πολυκατοικία: Θρησκευτικά τεμένη «κατείδωλα» με φραγκομαντόνες, ηλεκτρικά καντήλια και πλαστικά μανουάλια, που υπηρετούν εφήμερα ψυχολογικά ορμέμφυτα σκοτεινού πρωτογονισμού. Καμία σχέση με τη συνέχεια και παράδοση του εκκλησιαστικού γεγονότος στην κάποτε Ελλάδα.
Ονειρεύομαι (πώς αλλιώς να επιζήσω;) έναν χαρισματούχο πολιτικό που να παλαίψει πεισμωμένα για να ξαναδώσει στους Νεοέλληνες αίσθηση απτή καταγωγής και συνέχειας. Δύσκολο πολύ, αλλά όχι ακατόρθωτο. Όποιος κατανοήσει την ιστορική δυναμική του εγχειρήματος θα έχει και τη δημιουργική φαντασία να γεννήσει τους τρόπους σχεδιασμού και τη μεθοδική πρακτική για το ξεκίνημα.
Μέσα στη σκλαβιά, στην έσχατη φτώχεια, στην αγραμματοσύνη οι Έλληνες συνέχιζαν να γεννάνε πολιτισμό, ήθος αρχοντιάς. Σήμερα, γεννάμε καραγκιοζιλίκι στα τηλεοπτικά παράθυρα και σπιθαμιαία αναστήματα ευτελισμένων επαγγελματιών της εξουσίας. Η ανάκαμψη είναι θέμα πολιτικό και μόνο, θέμα θεσμών και λειτουργίας των θεσμών. Μην βαυκαλιζόμαστε με ηθικολογίες.
Καθημερινή της Κυριακής
6/11/2005