…Ο ΝΕΟΣ: …Πρέπει να σας πω και κάτι που σας το ‘κρυψα… Το ξεχασμένο βιβλίο σας το διάβασα όλο, το ίδιο βράδυ… και μάλιστα στο φως του κεριού, άναβα το ένα μετά το άλλο, επί ώρες… Μη μου θυμώνετε, ήθελα τόσο πολύ να μάθω κάτι για σας και δεν υπήρξε άλλος τρόπος… Ούτε ήξερα αν θα σας ξαναδώ… διάβασα και τις σημειώσεις που έχετε κάμει, κι αυτά που έχετε υπογραμμίσει, μερικά τα ‘γραψα με μαρκαδόρο στον τοίχο γύρω απ’ το κρεβάτι μου… λοιπόν;
Η ΣΥΖΥΓΟΣ: …ακούς πάντα μουσική άμα διαβάζεις;
Ο ΝΕΟΣ: …Θέλω να πω… ακόμα κι ένα βιβλίο δε μπορεί να είναι ένα μυστικό; εντελώς προσωπικό όταν γράφει αυτά που κρύβουμε μέσα μας;
Η ΣΥΖΥΓΟΣ: … μονάχα εγώ ξέρω ότι είμ’ εδώ…
Ο ΝΕΟΣ: … δεν είναι σαν να ήπια νερό απ’ το ποτήρι σας…;
(από το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη “Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΘΙΑΣΟΣ”, 1988)
Τώρα που ήρθε το καλοκαίρι όλο και κάποιο βιβλίο θα πέσει στα χέρια μας και θα γεμίσει τις ώρες της ανεμελιάς – αν μπορούν να υπάρξουν τέτοιες ώρες την εποχή της κρίσης, αλλά ίσως το διάβασμα, επειδή ακριβώς είμαστε σε καιρούς κρίσης, να ανατρέψει τώρα προτεραιότητες άλλων εποχών που καλύτερη σειρά έπαιρναν η ακινησία κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, οι ρακέτες στην παραλία, το μεσημεριανό μέχρι βαθέος απογεύματος τσιμπούσι, η βραδυνή μπαρότσαρκα, η χαζοχαρούμενη συντροφιά μέχρι ξημέρωμα – και να μας κάνει να ξεχάσουμε τον χειμώνα που τόσο μας πλήγωσε και μας φόρτωσε τόσα άγχη που φτάνουν και περισσεύουν για όλη τη χρονιά και για τόσες άλλες δύσκολες χρονιές που φαίνεται ότι θα παραφωνούν από τώρα και στο εξής, διακόπτοντας την αμεριμνησία των τελευταίων 3 και βάλε δεκαετιών.
“Μ’ ένα Άρλεκιν ξεχνιέσαι ” έλεγε το διαφημιστικό σλόγκαν γνωστής σειράς βιβλίων που προσφέρθηκαν κυρίως στις γυναίκες-αναγνώστριες και γέμισαν πολλά καλοκαίρια τους, και όχι μόνο. Αλλά και το ανδρικό αναγνωστικό κοινό δεν έμεινε χωρίς εύπεπτα αναγνώσματα που προσφέρθηκαν είτε υπό μορφήν αστυνομικού μυθιστορήματος, είτε αυτών της επιστημονικής φαντασίας είτε άλλων μυθολογικού περιεχομένου ιστοριών από άλλους λαούς και άλλους τόπους. Σε όλα, έχω την εντύπωση, η ανάγνωση επεφύλασσε έναν απώτερο ή και βαθύτερο σκοπό : ο αναγνώστης να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος: καλά, και τι αρνητικό θα μπορούσε να υπάρχει σ’ έναν τέτοιο στόχο; Τίποτα αρνητικό, εκτός από την περίπτωση, που φοβάμαι που ότι έχει επιβληθεί σαν κανόνας, ότι ανάγνωση σημαίνει μ ό ν ο απομάκρυνση από την, λίγο ή πολύ, προβληματική πραγματικότητα και από τον βεβαρυμένο εαυτό μας. Σπεύδω να προλάβω οποιαδήποτε παρεξήγηση και να επιστήσω την προσοχή σας στο ” μ ό ν ο ” . Στο να αποδίδουμε στην ανάγνωση ενός βιβλίου μ ό ν ο την σκοπιμότητα του παραμερισμού της δύσκολης πραγματικότητας και της εκούσιας απώλειας, θα τολμούσα να πω, του εαυτού. Έστω προσωρινά, όσο κρατάει η ανάγνωση…
Δε λέω ότι δεν έχει δικαίωμα ο κάθε αναγνώστης να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Ναι, το χρειάζεται πότε – πότε. Για να αποφορτίζεται από την ένταση που τον τελευταίο καιρό μόνιμα έχει εγκατασταθεί στις ψυχές και στα μυαλά μας. Για να ξεσκάει βρε αδερφέ…!
Μιλάω ωστόσο για την ανάγνωση που εμπεριέχει μια βιωματική σχέση του αναγνώστη με το ανάγνωσμα, καθώς του ανασύρει μνήμες, ευχάριστες ή και οδυνηρές, που τον υποχρεώνει σ’ ένα ” καθρέφτισμα ” ή σε μια εσωτερική αναμέτρηση με το παρελθόν ιδιαίτερα, (αλλά και με το παρόν), που μπορεί να τον οδηγήσει σ’ ένα ” παρθενικό ” κοίταγμα του έσω και του έξω κόσμου, σαν αυτό που περιγράφει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης με τη σκηνική οδηγία του στο “Αυτός και το πανταλόνι του ” ( ” Προσέχει ένα γύρο τα γνώριμα πράματα, σαν να τα βλέπει πρώτη φορά ” ). Κι αυτό το βλέμμα, βλέμμα του “πρωτόπλαστου ” θα το έλεγα, μην νομίζετε ότι είναι ένα βλέμμα εύκολο και ανώδυνο. Είναι βλέμμα επίπονο, γιατί προϋποθέτει να εγκαταλείψουμε εικόνες που έχουν εγκατασταθεί μέσα μας εδώ και καιρό με βλέψεις μονιμότητας και δίκην “φυσικότητας “, και που μόνο “αποκαλυπτικά ” κείμενα μπορούν να το πετύχουν με τη ένταση του φωτός που έχουν εσώκλειστο στις γραμμές τους. Είναι βλέμμα που έχει πολύ κίνδυνο γιατί μπορούν να αποκαλυφθούν μνήμες ξεχασμένες, μνήμες επώδυνες που το φως του καλού κειμένου ανασύρει. Κι είναι αυτό το φως που προκαλεί και κινητοποιεί στον αναγνώστη την ψυχοσωματική διαδικασία της ανάγνωσης, που μοιάζει πολλές φορές με την διαδικασία της προσέγγισης που κάνει ο ηθοποιός στο θεατρικό (ή στο λογοτεχνικό ή στο κείμενο του κινηματογραφικού σεναρίου) κείμενο που καλείται να “υποκριθεί “, να παίξει. Και ως ψυχοσωματική διαδικασία μπορεί να γίνει φωναχτή (άρα και θεατρικά ενδιαφέρουσα) η ανάγνωση, όπως θεώρησα ότι σε φωναχτή ανάγνωση θα μπορούσε να οδηγηθεί και ο μηχανικός της παράστασης στο “Ιδιόμελο “.
Αυτό ακριβώς το είδος της ανάγνωσης θα μπορούσε να υπηρετεί και το ελληνικό σχολείο στην προσέγγιση των λογοτεχνικών ή και θεατρικών κειμένων, εμφυσώντας ζωή σε ώρες όπου σήμερα έχουν καταντήσει και αυτές (σαν τα μαθήματα που η γνωστική βάση τους είναι πληροφορίες) χρήσιμες μόνο για τη μεταβίβαση γνώσεων ως “ξερών ” πληροφοριών. Το κέρδος θα ήταν πολύ σημαντικότερο από το να φτιάχνουμε επαΐοντες τεχνοκράτες, γιατί θα φτιάχναμε κ α λ ύ τ ε ρ ο υ ς κ α ι ο μ ο ρ φ ό τ ε ρ ο υ ς α ν θ ρ ώ π ο υ ς .
Μεθόδιος Αργουμέντης
κατά κόσμον, Μανώλης Γιούργος