ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΕ ΠΛΑΓΙΟ ΦΩΤΙΣΜΟ
2014, Δεκέμβριος
Γράφω ποίηση γιατί νομίζω ότι έτσι μετατρέπω τη χρυσαλλίδα σε πεταλούδα.
Γράφω ποίηση για να βλέπω τον δρόμο και να νομίζω ότι είναι ποτάμι.
Γράφω ποίηση γιατί με βοηθάει να βλέπω τη χαρά μου σαν μια πορτοκαλιά, σούρουπο, σε περιβόλι της Αργολίδας, με τα μισά πορτοκάλια πάνω και τα άλλα μισά, τα περισσότερα, κάτω.
Γράφω ποίηση γιατί μετατρέπει την πίκρα μου σε ασημόχαρτο σοκολάτας.
Γράφω ποίηση γιατί – όπως είχα πει και παλαιότερα – δεν είναι παρά ένας σωρός από άμμο όπου ψάχνουν με καρτερία τα αιώνια παιδιά και βρίσκουν μέσα του, στο τέλος, βρίσκουν πολύτιμα πετράδια.
Γράφω ποίηση γιατί , όπως έλεγε και ο Καρούζος, με κάνει το καλοκαίρι, όταν διψώ, να αποκαλώ το νερό νεράκι.
Γράφω ποίηση γιατί πονώ στο κλάμα το βουβό της αγγουριάς κάτω από τ’ αστέρια, γιατί είναι η μόνη μάνα που βλέπει σε μια νύχτα να μεγαλώνουν, να χάνει τα παιδιά της.
Γράφω ποίηση γιατί πιστεύω στην οδύνη του μπουκαλιού γιατί είναι το μόνο ωσάν εμέ πράγμα που τη βιασύνη στο λαιμό του, τον τρόμο του πνιγμού νιώθει.
Γι’ αυτούς και για εκατοντάδες άλλους λόγους γράφω ποίηση, ασχολούμαι δηλαδή με αυτό το πολύ δύσκολο άθλημα, του οποίου όμως, για να είμαι δίκαιος, η στιγμή που το καμπανάκι του το εγκατεστημένο, το εκ φύσεως εγκατεστημένο στην καρδιά και στο αυτί, η στιγμή που σε ειδοποιεί ότι το ποίημα είναι έτοιμο, έχει τελειώσει, είναι ανεξαγόραστη. Αυτό το καμπανάκι λοιπόν παρακαλώ την τύχη μου – αλλά και την ίδια την ποίηση – να παραμένει πάντα μέσα μου αλάνθαστο, ούτως ώστε, όταν έρθει η στιγμή, να με βοηθήσει να καταλάβω ότι πρέπει να φύγω. Όπως στην καθημερινότητά μας ως απλοί – αλλά και άοπλοι – άνθρωποι καταλαβαίνουμε τη στιγμή που πρέπει να φύγουμε από ένα γραφείο, από ένα σαλόνι, από την καρδιά μιας γυναίκας.
εκδόσεις Κέδρος 2025