Αθήνα: η νέα ντίβα του θεάτρου
της Ιλειάνας Δημάδη
Το σπίτι είναι η γωνιά μας στον κόσμο. Είναι το πρώτο μας σύμπαν”, όπως έχει επισημάνει ο Γάλλος φιλόσοφος Gaston Bachelard. Συνεχίζοντας ελεύθερα αυτό το… αστροφυσικό παράδοξο, μπορούμε να πούμε πως η γειτονιά είναι ο πλανήτης μας και η πόλη ο γαλαξίας μας. Κάτι τέτοιο ίσως είχε στο νου του ο Δημήτρης Παπαϊωάννου όταν έθεσε ως σκηνικό και πρωταγωνιστή στο “Μέσα” ένα αφαιρετικό αθηναϊκό διαμέρισμα με θέα στην πόλη. Εκεί ακόμη και οι πιο δυσάρεστες εικόνες μοιάζουν σαν να εξωραΐζονται, να αποκτούν μιαν ομορφιά αλλόκοτη, να γίνονται ως και γοητευτικές. Αντίθετα, στην παράσταση “Πόλη-κράτος”, όπου και πάλι το θέμα της συζήτησης είναι η Αθήνα, αλλά μέσα από την ιστορία και την συγχρονία της, με αναφορές που καλύπτουν ένα διηνεκές από το λοιμό του 430 π.Χ. μέχρι την εποχή της αντιπαροχής και την παρούσα κατάσταση, οι ηθοποιοί δίνονται ολόψυχα σε έναν λίβελο εναντίον της πόλης μας, δίχως ούτε ένα ενσταντανέ αισθηματολογίας, παρά μόνο με λυσσαλέα οργή για την κατάντια της.
Αν και το αστικό τοπίο – και δη της Αθήνας – συνιστά αγαπημένο τόπο της ελληνικής λογοτεχνίας και του κινηματογράφου, δεν είναι λίγες οι φορές που απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο θέατρο: από την “Αυλή των θαυμάτων” του Ιάκωβου Καμπανέλλη το 1957 μέχρι την ντοκιμαντερίστικη “Μάχη της Αθήνας” του Γιώργου Μιχαηλίδη το 1975 και από το μενταμοντέρνο “Hot Spots” των Rimini ProtoKoll και Μιχαήλ Μαρμαρινού το 2004 μέχρι το πλήθος από site specific performances των τελευταίων δύο δεκαετιών που συνδέουν τους θεατρικούς νεωτερισμούς με την αστική εμπειρία. Η τωρινή επανεμφάνιση της Αθήνας ως… ντίβας του θεάτρου, ιδωμένης μάλιστα με οξύ βλέμμα, μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά χρήσιμη και διαφωτιστική. Πρωτεύουσα-εθνικό σύμβολο, αλλά και “η γωνιά μας στον κόσμο” όταν ανάγεται σε ζωντανό φόντο μιας παράστασης, συμπαρασύρει μια σειρά συζητήσεων που αφορούν το “τώρα” και το “τότε” της και – κατά συνέπεια – οδηγεί τον (Αθηναίο ή μη) θεατή να αναρωτηθεί για την ίδια του την ταυτότητα και συνείδηση.
Η Αθήνα στο θέατρο γίνεται αίφνης η εικόνα του εαυτό μας επί σκηνής. Και ανακύπτει μια σειρά από ζωτικά ερωτήματα: πόσα ξέρουμε αλήθεια γι’ αυτήν την πόλη, άρα και για εμάς; Πώς θέλουμε να ζούμε σ’ αυτήν την πόλη – άρα με τον εαυτό μας και με τους άλλους; Τι πρέπει να συμβεί ώστε η ζωή μας εδώ να είναι υποφερτή; Ο Tim Etchells, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της θεατρικής ομάδας Forced Entertainment, θέτει το ζήτημα ως εξής: “Η πόλη μπορεί να σε παγιδεύσει, να σε εξολοθρεύσει, να σε θρέψει, να σε απελευθερώσει. Γιατί ζώντας ανάμεσα σε άλλους αντιλαμβάνεται τη δυναμική της σχέσης σου μαζί τους και με τον εαυτό σου. Αν το θέατρο και οι πόλεις θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν, πρέπει να αγωνιστούν ακριβώς γι’ αυτό: για τη συνθήκη ενός ανοιχτού δημόσιου διαλόγου”. Θα συμπλήρωνα κάτι εδώ: εκείνο που χρειάζεται περισσότερο από ποτέ είναι μια σκληρή ματιά που να ασκεί κριτική (έστω και με σκωπτικό τρόπο) στην ίδια τη συνθήκη (και τη βιογραφί/ιστορία της πόλης. Γιατί η Αθήνα έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια μια νέα μυθοποίηση, η οποία την έχει κάνει να φαντάζει και στους πιο φιλοπερίεργους εκπροσώπους της – σαν η Νέα Υόρκη των Βαλκανίων. Αλλά, πέρα από τα “κρυφά στέκια”, τις “απρόσμενες ομορφιές” και το πρίσμα ενός εγωκεντρικού, αυτιστικού αστικού νεο-ρομαντισμού, φοβάμαι πως μας διαφεύγει κάτι σημαντικό: εκείνη η Αθήνα που είναι άντρο σκανδάλων και διαφθοράς, χαμένων ευκαιριών, παράνομων ισολογισμών και άτιμων κοινωνικών πολιτικών. Η Αθήνα ως προσομοίωση ενός φθίνοντος κράτους. Αν το σύγχρονο θέατρο, ανάγοντας την Αθήνα στη νέα guerilla star του, καταφέρει να μας μιλήσει γι’ αυτές τις περίπλοκες δυναμικές που αναπτύσσονται εδώ και πάνω από μισόν αιώνα στην άγρια αστικοποιημένη πόλη μας, θέλω να πιστεύω πως, ως θεατές, θα έχουμε κερδίσει πολύ περισσότερα από ακόμη μια ενδιαφέρουσα παράσταση. Γιατί, όπως διακηρύσσει και ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης, “είναι καιρός οι κάτοικοι αυτής της γεωγραφικής περιοχής, επιτέλους να τρομάξουν γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που δεν είναι και γι’ αυτό που δεν θα καταφέρουν ποτέ να είναι”.