Τα τρίπτυχο αυτό – αναγνώστης, ανάγνωση, ανάγνωσμα – είναι μια σχέση αλληλεξάρτησης. Δεν υπάρχει αναγνώστης χωρίς ανάγνωσμα και το αντίστροφο. Η ανάγνωση είναι ιδιότητα που συνδέει. Ο Φραντς Κάφκα, για παράδειγμα, ως ανάγνωσμα, δεν θα υπήρχε χωρίς τον ένα και μοναδικό αναγνώστη του τον Μαξ Μπροντ, που επέλεξε να παραμείνει αναγνώστης και να παραδώσει το έργο του φίλου του στο αναγνωστικό κοινό. Με αυτή την έννοια ο Μαξ Μπροντ είναι συνδημιουργός του καφκικού έργου γιατί μέσω της ανάγνωσής του το διαιώνισε και το έκανε προσπελάσιμο σε κάθε δυνητικό αναγνώστη. Έτσι κι ο κάθε αναγνώστης καθιστά υπάρκτό το ανάγνωσμα μέσω της ανάγνωσής του και το μπολιάζει με την προσωπική του μετοχή.
Κίνητρο για την κάθε μορφή ανάγνωσης είναι η ΈΛΞΗ προς το ανάγνωσμα. Μια παραφορά έλκει τον αναγνώστη στην ανάγνωση, σχεδόν ερωτικά, σχεδόν ισότιμα με την ανάγκη της αυτοσυντήρησής του. Η ανάγνωση γίνεται εξ αρχής ή σταδιακά μια διεργασία ηδονής, με τους δικούς της νόμους, τις εξάρσεις και τις κορυφώσεις της. Και το ανάγνωσμα είναι το παραγόμενο της ηδονής του αναγνώστη.
Το εκπαιδευτικό σύστημα – και όχι μόνο το ελληνικό, νομίζω ότι είναι πρόβλημα εν γένει της δυτικής κουλτούρας – διδάσκει την αναγνωστική λειτουργία ως ένα μηχανισμό και όχι ως σχέση. Η ανάγκη της προφορικής διαπλοκής με το ανάγνωσμα (όπως την είχαν παλιότεροι πολιτισμοί) παραγκωνίζεται στο όνομα του ωρολόγιου προγράμματος και της διδακτέας ύλης. Η “από στήθους” σχέση (εννοώ τόσο την προφορική επιρροή του δασκάλου ο οποίος αναγιγνώσκει μόνο με εφόδιο την προσωπική του συγκίνηση κάποιο λογοτέχνημα, χωρίς αναλύσεις, αλλά και την από στήθους ανάγνωση εκ μέρους των μαθητών στην τάξη) έχει καταντήσει μια περιττή πολυτέλεια, γιατί δεν φαίνεται να προάγει το γνωστικό επίπεδο των μαθητών, απλώς είναι σπατάλη χρόνου.
Στο τέλος της χρονιάς βέβαια οι καθηγητές ξοδεύουν πολύ σάλιο στο να εξηγούν στα παιδιά γιατί δεν πρέπει να καίνε και να σκίζουν τα βιβλία τους, αλλά ας μην επεκταθώ σε αυτό. Ας μείνω στην ιδιότητα της ανάγνωσης ως πράξης ηδονής.
Η ανάγνωση κινητοποιεί στον αναγνώστη ποιότητες αισθήματος, φαντασίας, στοχασμού, συναισθημάτων. Στο διαρκώς εκτυλισσόμενο ανάγνωσμα ο αναγνώστης αναγνωρίζει κάτι από τη δική του ύπαρξη, και εδώ δεν μιλάω με όρους υλικούς αλλά πνευματικούς, τη δική του άυλη υπόσταση, που όμως καθίσταται πέρα για πέρα υλική, καθώς καθρεφτίζεται μέσα στις σελίδες του αναγνώσματος. Αέρας κοπανιστός η τέχνη, ναι, σχετίζεται κατ’ εξοχήν με το μη χρηστικό, άρα το περιττό της ζωής. Αυτό το μη χρηστικό, το περιττό, το άυλο οδηγεί τον αναγνώστη στη σφαίρα της Θεωρίας, του Λογισμού. Κι εκεί συναντιέται με τα κρυπτά μνημεία του εαυτού του, μέσω του αναγνώσματος.